κατάστημα


κατάστημα
[катастима] ουσ. о. заведение, предпрятие, магазин

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κατάστημα" в других словарях:

  • κατάστημα — condition neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάστημα — το (Α κατάστημα και μτγν. τ. κατάστεμα) νεοελλ. 1. εμπορικό, μαγαζί, πρατήριο εμπορευμάτων 2. βιοτεχνικό εργαστήριο, εργοστάσιο 3. το κτήριο όπου είναι εγκατεστημένη μια δημόσια υπηρεσία ή κοινωφελές ίδρυμα, εταιρεία, τράπεζα ή άλλος οργανισμός… …   Dictionary of Greek

  • κατάστημα — το, ατος 1. το κτίριο δημόσιας υπηρεσίας, τράπεζας, εταιρείας κ.ά.: Την εξαργύρωσα την επιταγή μου στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας. 2. μαγαζί, εμπορικό: Έχει ανοίξει κατάστημα στο κέντρο της Πάτρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καφενείο — Κατάστημα στο οποίο προσφέρονται καφές, διάφορα αναψυκτικά και γλυκά, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως χώρος συνάντησης και ψυχαγωγίας. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, πρόδρομος του σημερινού κ. ήταν το αρχαίο θερμοπώλιο, στο οποίο οι άνθρωποι… …   Dictionary of Greek

  • καταστημάτων — κατάστημα condition neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταστήμασι — κατάστημα condition neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταστήμασιν — κατάστημα condition neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταστήματα — κατάστημα condition neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταστήματι — κατάστημα condition neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταστήματος — κατάστημα condition neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)